ομογενής

ομογενής
-ής, -ές
γεν. -ούς, αιτ. -ή, πληθ. ουδ. -ή
1. αυτός που έχει κοινό γένος, ίδια καταγωγή με άλλον.
2. ως ουσ., ομογενής αυτός που ανήκει στο ίδιο έθνος με άλλους: Οι ομογενείς της Αυστραλίας, αλλ. ομοεθνής.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ὁμογενής — of the same race masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομογενής — ές (ΑΜ ὁμογενής, ές) 1. αυτός που προέρχεται από το ίδιο γένος, την ίδια φυλή ή την ίδια οικογένεια, αυτός που έχει κοινή καταγωγή με άλλον, ομοεθνής 2. αυτός που έχει τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά με άλλον νεοελλ. 1. ομοιογενής, ομοιόμορφος 2.… …   Dictionary of Greek

  • ὁμογενῆ — ὁμογενής of the same race neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὁμογενής of the same race masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὁμογενής of the same race masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμογενεῖ — ὁμογενής of the same race masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ὁμογενής of the same race masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμογενεῖς — ὁμογενής of the same race masc/fem acc pl ὁμογενής of the same race masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμογενέα — ὁμογενής of the same race neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ὁμογενής of the same race masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμογενές — ὁμογενής of the same race masc/fem voc sg ὁμογενής of the same race neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμογενοῦς — ὁμογενής of the same race masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμογενέας — ὁμογενής of the same race masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμογενέες — ὁμογενής of the same race masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”